ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: ΜΙΚΡΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ

564

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

Η ΚΟΡΙΝΘΙΑ από τα αρχαία χρόνια, διέπρεπε στη Λογοτεχνία, στο Θέατρο, στη Τέχνη, τα χνάρια έμειναν στη γή της, δείχνουν τον δρόμο και από γενιά σε γενιά, φθάνουν ως τα σήμερα και για πάντα. Πραγματικά η Κορινθία μας, είναι μήτρα πλήθους Λογοτεχνών, που διακρίνονται, για την αγάπη, το πάθος για τα γράμματα, τη Ποίηση, τη Πεζογραφία, τη Μελέτη, την Έρευνα τη Τέχνη.. Ίσως γιατί μέσα στό αίμα τους κυλάει το αίμα του Πήγασου, του Ηρακλή, του Λέωντα Σγουρού, των ηρώων του 21 που πολέμησαν στα Δερβενάκια, και έσωσαν την Επανάσταση, και το Γένος μας. Ίσως και ή ομορφιά του Κορινθιακού τοπίου, συντελεί σ’ αυτή την αναμφισβήτητη πραγματικότητα. Στή σημερινή γραφή θα αναφερθούμε, σ’ ένα Μεγάλο των Νεοελληνικών γραμμάτων, τον Κορίνθιο ΒΑΣΙΛΗ ΡΩΤΑ! Μία από τις σπουδαιότερες Πνευματικές Προσωπικότητες παγκοσμίως! Αναφερόμαστε με ταπεινότητα σ’ αυτόν τον Σπουδαίο Έλληνα- Κορίνθιο. Έναν από τους Μεγάλους της πρωτοπορίας, σε έναν αιώνα που οι μέρες του στάζαν αίμα.!

ΒΑΣΙΛΗΣ ΡΩΤΑΣ
Γεννήθηκε το 1889,στο Χιλιομόδι Κορινθίας
Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών,.
Ίδρυσεδική του Θετρική Σχολή. Έγραψε λαμπρά
Θεατρικά έργα, βιβλία για παιδιά, και Ποίηση.
Θεωρείται ο καλύτερος μεταφραστής του Σαίξπηρ
“Έφυγε” το 1977.

ΜΗ ΜΕ ΚΛΑΙΤΕ
Παιδιά μου εμένα μη με κλαίτε,
που αφήνω πιά τον κόσμο αυτό,
μη θρήνους ούε μοιρολόγια,
παρά τραγούδια και χορό.
Τον βίο τον έζησαμε αγάπη,,
τη γλέντησα την ομορφιά,
τους χάρηκα και τους αγώνες,
για Ειρήνη και για λευτεριά.
Χοτράτος πάω, και στον αιθέρα,
πετάω, λεύτερο πουλί.
Παιδιά μου, εμένα μη με κλαίτε,
εγώ αγαπήθηκα πολύ.
[Βασίλης Ρώτας]

ΕΙΡΗΝΗ
Έλα Ειρήνη, χαρά των Λαών, των μανάδων ελπίδα,
εσύ που φυτεύεις και κτίζεις και κάνεις τη γη περιβόλι.

Σύ που αναθεύεις, και ανρειεύεις, τα νειάτα με αγώνες ωραίους.
όλα, κι οι δρόμοι που λάμπουν πλυμένοι με δάκρυα και αίμα.

Τόσα κορμιά φυτεμένα στα πλάγια, πετάξανε κλώνους
όλα σαν άνοιξη, κι’ ανοιξε πόρτες κλεισμένες και κάστρα.

Έλα να βγούντα κοπάδια, στην έρημη γή να βοσκήσουν.
να βγούν ανθοί και πουλιά, να λαλήσουν, επάνω στους φράχτες.

Έλα σαν μάνα γλυκιά, σε καλούνε τα νιάτα του Κόσμου
να μπείς με νέο τραγούδι, μπροστά στον χορό τους Ειρήνη.

ΤΟ ΜΗ ΓΕΝΟΜΕΝΟ
Ά ή χαρά μου, να είμαι ο νούς του κόσμου,
κι’ η καρδιά μου ή καρδιά των ουρανών,
το φως του ήλου των άστρων, να είναι το φώς μου
λαχτάρα μου ή λαχτάρα των νερών.

Νά ρυθμίζει το σύμπαν ο παλμός μου
κι’ έγώ μέσα σε όλα να είμαι το
Σέ αυτή την αγαλλίαση, φανεί εμπρός μου
ο Σταυρωμένος, λέγοντάς μου “παρών”.

Πως τώρα μου πονάει η καρδιά τα χείλη,
πως τρέμουν πως μου πνίγεται ο λαιμός!
στο όνειρό μου βουλιάξανε άστρα και ήλιοι,
στον στεναγμό μου εσβήστηκε ο ουρανός.
Ω πως να πάω, σους ίδιους έρμους τόπους,
νά ‘μαι άνθρωπος, μαζί με ανθρώπου!

Από τη Προσωπική μου Ανθολογία εκδ. 2027

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.