ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΑΤΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΚΟΡΙΝΘΙΑΚΗ ΓΗ: ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΟΡΙΝΘΟΣ

580

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

ΚΑΤΑ τους Βυζαντινούς χρόνους, η Πόλη της Κορίνθου,
λόγω της σπουδαιοτάτης στρατηγικής θέσης, αιτία
τριβών, και αντεκδικήσεων γίνηκε, μεταξύ Βυζαντινών,
Νορμανδών, Αραβοσλάβων, και Τούρκων. Άντεξε και ήκμασε,
περνώντας μέσα από θύελλες και καταιγίδες, επιδρομές βαρβάρων, Χριστιανών Πειρατών, και Τούρκικων απειλών,
που βρίσκονταν, προ των πυλών. Ή αντίσταση του Ακροκορίνθου,
που κρατούσε γερά, φρουρός ακοίμητος, τη Πόλη ορθή κράτησε, μέχρι τη ν ύστατη στιγμή, που τούρκεψε,
μαζί, με τη Καστελλενία της Κορίνθου, και τον ιερό λόφο
το Πεντασκούφι, το Βασιλικό, και άλλα τινά κάστρα,
που κτίστικαν, για να φυλάττουν τον τόπο, και ως καταφύγια
των Πολιτών, που δέχονταν τη μανία, των κατά καιρούς εχθρών.
Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, ο ίδιος ο Μωάμεθ Β’
πέρασε τον Ισθμό, έφθασε στη πολύπαθη Κόρινθο, και οι φοβερές
συνεχείς καταστροφές, δεν περιγράφονται. Μετά από τετράμηνη πολιορκία, του Ακροκορίνθου, ή Πόλη έπεσε στα χέρια των Τούρκων και υπέφερε, πολλά δεινά, από τους βαρβάρους κατακτητές.

[Παυλίνα Μπεχράκη]

Από το εικονιζόμενο βιβλίο μου [2017]

ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΜΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΟΥΝ

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ κατά την ύστερη αρχαιότητα συνεχίζει να είναι μία ακμάζουσα πόλη, λόγω της στρατηγικής της θέσης και της εμπορικής δραστηριότητας που αναπτύσσεται στα επίνειά της, τις Κεγχρεές και το Λέχαιο. Ισχυρό πλήγμα δέχεται με τους σεισμούς του 365 και 375, αλλά και την επίθεση των Γότθων το 395/6. Η πόλη περιορίστηκε σε έκταση με τη δημιουργία του λεγόμενου υστερορωμαϊκού ή πρωτοβυζαντινού τείχους, τμήματα του οποίου διατηρούνται μέχρι τις μέρες μας σε διάφορα σημεία του χωριού της Αρχαίας Κορίνθου. Η πόλη που μέχρι τότε ενωνόταν με τείχη με τον Ακροκόρινθο χάνει πλέον αυτή τη σύνδεση. Η σημασία του χώρου της αρχαίας αγοράς φαίνεται πως υποβαθμίστηκε, καθώς τα ανασκαφικά δεδομένα αποκαλύπτουν περισσότερο δραστηριότητες οικιακές και βιοτεχνικές μίας φτωχικής συνοικίας.

ΚΑΤΑ την πρωτοβυζαντινή ωστόσο περίοδο και ειδικότερα κατά τον 5ο και 6ο αιώνα οικοδομούνται στην περιοχή της Κορίνθου μεγάλες χριστιανικές βασιλικές με σημαντικό γλυπτό διάκοσμο, όπως η βασιλική Κρανείου στα ανατολικά, η βασιλική Κοδράτου στα βόρεια, η βασιλική της Σκουτέλας στα βορειοδυτικά, οι βασιλικές του Λεχαίου και των Κεγχρεών, ενώ νεκροταφεία του 6ου και 7ου αιώνα έχουν ανασκαφεί στις εκτός των τειχών περιοχές του Ασκληπιείου και των βασιλικών Κοδράτου και Κρανείου. Την ανάκαμψη της πόλης που συντελείται αυτή την περίοδο δείχνει να περιόρισε ο μεγάλος λοιμός του 542 που επηρέασε τα πληθυσμιακά δεδομένα, αλλά και ο καταστροφικός σεισμός του 525 που αναφέρεται από τον Προκόπιο .

ΙΔΙΑΙΤΕΡΗΣ σημασίας όμως για την προστασία όχι μόνο της πόλης αλλά και ολόκληρης της Πελοποννήσου είναι η κατασκευή του Εξαμίλιου Τείχους, που εκτεινόταν κατά μήκος του Ισθμού από τις ακτές του Σαρωνικού ως τον κορινθιακό κόλπο, καθιστώντας το ως ένα από τα μεγαλύτερα οχυρωματικά έργα. Η πρώτη κατασκευή του τείχους έγινε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Β΄ (408-451). Μετά τους καταστροφικούς σεισμούς του α΄ μισού του 6ου αιώνα και μεταξύ των ετών 548 και 560 ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός μερίμνησε για την ανοικοδόμηση του τείχους.

ΣΤΟΥΣ αιώνες που ακολούθησαν παρατηρείται δραστηριότητα γύρω από τις βασιλικές που βρίσκονταν έξω από τα τείχη, ενώ στον χώρο της ρωμαϊκής αγοράς από τα τέλη του 6ου έως και τον 8ο αιώνα πραγματοποιούνται ταφές. Ανασκαφικά ευρήματα στις βασιλικές Κρανείου, Κοδράτου και μίας μικρής βασιλικής στον Ακροκόρινθο φανερώνουν ίχνη κατοίκησης κατά τον 7ο αιώνα. Ανάλογη δραστηριότητα έχει επισημανθεί και στην περιοχή Διαβατίκι που βρίσκεται κοντά στο Λέχαιο. Ειδικότερα στην περιοχή του Κρανείου έχουν έρθει στο φως οικοδομικά λείψανα εγκαταστάσεων και ευρήματα που δείχνουν ότι ο χώρος κατοικείται κατά τη μεσοβυζαντινή και υστεροβυζαντινή περίοδο .

ΣΤΑ τέλη του 8ου αιώνα και μετά την ανασυγκρότηση της αυτοκρατορίας η Κόρινθος γνωρίζουμε πως ορίζεται πρωτεύουσα του θέματος της Πελοποννήσου και έδρα στρατηγού. Ως έδρα αρχιεπισκόπου είναι φυσικό πως η πόλη θα έπρεπε να διαθέτει ένα μεγάλο μητροπολιτικό ναό. Παρά την έλλειψη ανασκαφικών δεδομένων, πλήθος γλυπτών που χρονολογούνται από τον 9ο μέχρι και τα τέλη του 12ου-αρχές 13ου αιώνα αποτελεί ένδειξη ύπαρξης ναών που γνωρίζουμε από τις πηγές, όπως ο ναός του των Αγίων Θεοδώρων, του Σωτήρος ή η λατινική μονή του Αγίου Νικολάου. Στη θέση του ρωμαϊκού «βήματος», από όπου είχε διδάξει ο απόστολος Παύλος χτίστηκε μικρή βασιλική, λείψανα της οποίας σώζονται ακόμα, ενώ ανασκαφικά έχουν επισημανθεί ναοί στην κρήνη Πειρήνη και στα νότια του Μουσείου, ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου που σωζόταν μέχρι το 1937, ο ερειπωμένος με μεταγενέστερες επεμβάσεις σημερινός ναός της Αγίας Παρασκευής, κ.ά.

Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ λόγω της θέσης της που ευνοούσε την ανάπτυξη εμπορικής δραστηριότητας πρέπει να αναδείχτηκε σε σημαντικό κέντρο της μεσοβυζαντινής περιόδου. Η εύρεση νομισμάτων και θησαυρών αυτής της περιόδου δείχνουν να πιστοποιούν την οικονομική ανάπτυξη της πόλης. Στα τέλη άλλωστε του 11ου αιώνα γνωρίζουμε πως οι Βενετοί συγκέντρωναν στην Κόρινθο φημισμένα προϊόντα της περιοχής, όπως μεταξωτά υφάσματα και λάδι, ενώ στα 1165-1171 ο Vitale Voltani, αντιπρόσωπος του Romano Mairano, μονοπωλούσε την κορινθιακή αγορά λαδιού εκ μέρους της Βενετίας. Φημισμένη ήταν η πόλη και για το εμπόριο της κορινθιακής σταφίδας από τη γνωστή ποικιλία εγχώριου σταφυλιού. Στα τέλη του 11ου αιώνα, σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα ο ανοιχτός μέχρι τότε χώρος της ρωμαϊκής αγοράς καταπατείται από διάφορα κτίσματα, τα οποία παρά τις ασαφείς πλέον φάσεις οικοδόμησης, περιελάμβαναν καταστήματα, συγκροτήματα κατοικιών, λουτρών, μοναστηριών και κάποια εργαστήρια. Πιστοποιημένη είναι η ύπαρξη εργαστηρίων κεραμικής, επεξεργασίας γυαλιού, χρυσού και ορείχαλκου, ενώ παρότι ακόμα δεν είναι επιβεβαιωμένο ανασκαφικά, υπάρχουν σαφείς αναφορές για εργαστήρια μεταξουργίας, όπου επεξεργάζονταν και έβαφαν το μετάξι.

ΠΑΡΑ το πλήγμα που δέχεται Κόρινθος το 1147 από την πειρατική επιδρομή του στόλου του Ρογήρου της Σικελίας, η πόλη συνεχίζει την ισχυρή της παρουσία και περιγράφεται το 1154 από τον Ιντρίσι, γεωγράφο της αυλής του Ρογήρου, ως μεγάλη και ακμάζουσα, ενώ στα τέλη πλέον του 12ου αιώνα ο Χωνιάτης αναφέρει τα δύο της λιμάνια, Λέχαιο και Κεγχρεές και την ανθηρή εμπορική δραστηριότητα που αναπτυσσόταν κάτω από το κάστρο του Ακροκορίνθου. Τον 13ο, κατά την έλευση των Φράγκων, η πόλη πρέπει να ήταν οχυρωμένη με πύργους και περιμετρικό τείχος, όπως δείχνουν ανασκαφικά δεδομένα, ενώ η εμπορική της δραστηριότητα παραμένει ανθηρή παρά την διοικητική αλλαγή. Από αυτή την περίοδο, δυτικά της ρωμαϊκής αγοράς εντοπίστηκαν κατάλοιπα μίας συνοικίας που από τα ευρήματά της διαπιστώνεται η εισαγωγή σημαντικού αριθμού αγγείων από την Απουλία και το Βένετο. Η λεηλασία των Καταλανών το 1312, ο σεισμός κοντά στο 1320 και η Μεγάλη Πανώλη του 1348 οδηγεί την Κόρινθο στον μαρασμό. Σύμφωνα με την περιγραφή του Niccolò da Martoni, το 1395 υπάρχουν μόνο μερικές δεκάδες σπιτιών εντός του περιβόλου του Ακροκορίνθου, ενώ η κάτω πόλη βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση.

[ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ] “ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ Η ΚΟΡΙΝΘΟΣ ΣΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ ΤΟΥΣ ΧΡΟΝΟΥΣ”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.