ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΙ ΜΟΥ ΠΟΙΗΤΕΣ: ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ [1864-1951]

603

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

“Ήταν ο Ποιητής ετούτος, από το γένος των αετών!
Μέ το πρώτο πέταγμα των φτερών του, έφθασε στη κορυφή”

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ [Αναφορά στον Γκρέκο]

Γενέθλιος τόπος του Τρανού Ποιητή η Λευκάδα, γόνος μεγάλης Οικογένειας που μετρούσε ήρωες, αγωνιστές του 1821,και Πολιτικούς. Ή Ποίηση του Σολωμού και του Λευκαδίτη Βαλαωρίτη, μαζί με την απόλυτη ομορφιά της γενέθλιας γής, έπαιξαν μεγάλο ρόλο στον πηγαιμό του, στο Οικουμενικό τοπίο του Πνεύματος. Ήδη από το 1902 δημοσίευσε τα πρώτα του Ποιήματα, στα περιοδικά της εποχής, τά οποία δεν τα συμπεριλαμβάνει στη συγκεντρωτική έκδοση, του Ποιητικού του έργου. Τον Αύγουστο του 1906 συναντά τη εύπορη Αμερικανίδα Εύα Πάλμερ, που έγινε για χρόνια η πιστή του συντρόφισσα, δίνοντάς του απλόχερα την αγάπη της ,με όλες τις τις δυνάμεις ψυχικές, πνευματικές οικονομικές. Εκτίσαν το πανέμορφο σπίτι τους, που κοσμεί συντηρημένο τη Κορινθιακή Γή, και που γίνεται και επίκεντρο της δράσης τους, στην αγαπημένη ΣΥΚΙΑ, όπου και έζησε μέχρι τον θάνατό του, μετά τον χωρισμό του από την Εύα ,με τη δεύτερη σύζυγό του την Άννα, μιά σπουδαία γυναίκα, που είχα τη τύχη να τη γνωρίσω, προσωπικά.

-Ο ΤΡΑΝΟΣ αυτός Ποιητής, βαθύς γνώστης της τρισχιλιόχρονης Ελληνικής Παράδοσης, λάτρης της ωραιότητας, της φίλτατης Πατρίδας, άφησε μοναδικά Πνευματικά θησαυρίσματα, με φορείς, τους Ομηρικούς, Ορφικούς, Πλατωνικούς, Αθηναϊκούς, Σπαρτιατικούς κόσμους, και χρόνους. Ή αίσθηση της ζωής κυριαρχεί αρμονικά, στους υπέροχους λυρικούς, Ορφικούς στίχους του, δεμένη με κοσμοθεωρίες, και υπερβάσεις, που έδρασαν ως εντολείς, μιας ενιαίας διαδικασίας, βασισμένης σε βιώματα, προσωπικά, και του Λαού, αλλά και στη διδαχή, και στην έρευνα, τη μελέτη, φαινομένων και αναφορών, που αφορούν την αρχή και το τέλος της υπαρκτής ζωής. Τήν ανατολή και τη δύση της.

-ΛΑΤΡΗΣ του Ελληνικού τοπίου, συνομιλητής με τον αρχαίο και νέο κόσμο, τη Λαϊκή παράδοση, με μιά ένταση, φωτιά αναφτή, θέρμανε τη ψυχή του Νεότερου Ελληνισμού, προσδιόρισε την Ελληνικότητα, και με περηφάνεια τη παρέδωσε στους Ποιητές του 30 που αποδέχθηκαν με τη σειρά τους, της Πατρίδας
τα λάθη και τα πάθη, αλλά και τα θαύματά της! Όραματιστής Μέγας της συμφιλίωσης των Ανθρώπων, κάτω από έναν γαλήνιο, κυανό ουρανό του Πλανήτη γη, όρισε σαν τόπο συνάντησης, το αρχαίο αμφικτιωνικό κέντρο των Δελφών, κάνοντας το όνειρό του πραγματικότητα.

-Η ΔΕΛΦΙΚΗ ΙΔΕΑ που είναι η ψυχή και η σκέψη του Ελληνισμού, του έδωσε το χρίσμα του Μεγάλου Ποιητή, και του Σπουδαίου Έλληνα Πατριώτη, έτσι που ταξίδεψε την Ελλάδα, έως της γης την άκρη, παίρνοντας θρυλικές διαστάσεις το όνομά του, από τα πνευματικά περάσματά του, μαζί με την αγαπημένη μου Εύα, από τους Δελφούς, στην Ολυμπία, τη Σαλαμίνα, και στα Πνευματικά κέντρα των μεγαλουπόλεων. Ή Ποίησή του σαν κραυγή, με τη μορφή του ρυθμισμένου λόγου, έφθασε σ’ όλη την Οικουμένη.

-Η Πολιτεία αδιάφορη, τον άφησε αβοήθητο, και η βύθιση από την επιφάνεια της Δελφικής ιδέας, του οράματός του, λύπησε βαθειά τον Τρανό Ποιητή. Ξαναβρήκε όμως, τον ρυθμό, την αρμονία στη ζωή του, μέσα από τη Ποίησή του, που τον ύψωσε ως του ήλου τα μέρη.

-ΈΖΗΣΕ μιά ζωή απροσκύνητη, γιομάτη έρωτα ιδιομορφία, μυστήριο και δημιουργία, με πλήρη γνώση, του προορισμού της Ποίησης, και του δικού του ρόλου ως Ποιητή, εμπνέει με τους ρωμαλαίους στίχους του, συνεπαίρνει, εμψυχώνει εκθειάζει τους Έλληνες, αγωνιστές του Αλβανικού μετώπου. Μέσα στη βαρβαρότητα της Γερμανικής Κατοχής, που σκόρπισε τον πόνο και τον θάνατο στο τόπο του, μάχεται με το σπαθί της Ποίησης στο χέρι, με ορμή, σαν μανιασμένη θάλασσα, πληρώνοντας φόρο τιμής στη δύστυχη Πατρίδα.

-Ο ΘΑΝΑΤΟΣ του Παλαμά, η παρουσία του, και το ποίημά του-ύμνος για τον νεκρό Ποιητή, συγκλόνισε τον σκλαβωμένο, Έλληνα Λαό. Αποκαμένος ο Ποιητής μας από τη θλίψη, γι’ αυτά που βρήκαν τη Πατρίδα, μετά το τέλος του Πολέμου, Τα Δεκεμβριανά, ο αδελφοκτόνος σπαραγμός, η υπαταγή, στους μασκαρεμένους φίλους, η αδιαλλαξία, αδικαίωτος, μετέωρος, αόρατος, από τους τότε κρατούντες, στερούμενος τιμές, που δικαιούταν, φτωχός, ανύμπορος, αυτός ο Γίγαντας του Λόγου, ο Εθνικός μας Ποιητής, αναμετάξυ Σολωμού, Παλαμά, και Καβάφη, “φεύγει” μια μικρή στιγμή του ηλιογέννητου Καλοκαιριού, τον Ιούνιο του 1951.

[Παυλίνα Μπεχράκη]

Από το εικονιζόμενο βιβλίο μου

Εικαστικός, Συγγραφέας, Ποιήτρια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.