ΣΚΛΗΡΗ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΕΤΑΙ ΟΥΤΕ ΑΠΟ ΘΑΡΡΑΛΑΙΟΥΣ!

763

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

Ανεξήγητο, άλυτο αίνιγμα, για τον Έλληνα Αγρότη,
η απαξίωσή που καλά κρατεί, από παλιά, από
του Γένους την αναγέννηση, μέχρι τα τωρινά,
τα χρόνια. Αφήνεται, ηθελημένα ή αθέλητα,
στην Ελπίδα, που γεννιέται από της απελπισίας
τη μήτρα, και τρέφεται με αυταπάτες. Δεν προσπαθεί
καν, να το λύσει. Ευκολόπιστος, δίνει και ξαναδίνει
τη ψήφο του, τη δύναμη τη μοναδική που έχει
αυτός ο αδύναμος, εγκλωβισμένους, σε στείρες
ιδεολογίες, που επιμελώς τον πλανεύουν, στους
Κομματικούς, επίδοξους Πληρεξούσιους του,
πού πάλι και πάλι τον πείθουν, με τα γνωστά
τερτίπια, της “Πολιτικής Τέχνης του εφικτού
που ξεγελάει τους πάντες, πόσο μάλλον, τον
αθώο της γης τον δουλευτή, που σηκώνει
το βλέμμα κάθε, αυγή, και κάνει μια ευχή
σαν προσευχή, με την ελπίδα, φωτιά αναφτή,
να σκύψουν πάνω στα δίκια του, κατά πως,
οι πιστοί επίδοξοι εραστές της, του έχουν υποσχεθεί….
Τής ανάλγητης όμως, Εξουσίας η δεξιοτεχνία, και η
ανυπέρβλητη, δύναμη, τον κοιμίζει, τον παρασύρει
στην αυταπάτη, για μια χούφτα ελπίδας, αξιοπρέπειας,
περηφάνειας, με αποτέλεσμα, να είναι ο τελευταίος
τροχός της αμάξης. Μά για, ένα, ανεξήγητο λόγο,
αφήνεται να εμπιστεύεται τη λαϊκή σοφία,
πως υπάρχει ελπίδα, έτσι που, πεθαίνει τελευταία….
Ξεγελάει δηλαδή, ακόμα και τον θάνατο.
Πόσο μάλλον αυτόν, τον εύπιστο, τον αγνό, τον, αθώο!

“Στεφανωμένη, άπό τά γαλανά νερά, δυό θαλασσών, ή Κορινθιακή γή, πορεύεται, μέσα στούς τωρινούς χαλεπούς καιρούς,με την Αγροτιά της απελπισμένη. Τρέχουν τ’ άμπέλια, στίς πεδιάδες, στίς ρεματιές, τίς πλαγιές, υψωμένα στού ήλιου τό φώς. Ως πότε όμως ,έτσι πού οι αγρότες μας σκέπτονται να τα ξελακώσουν, αφού δεν μπορούν να τα φροντίσουν, όχι να ταϊσουν τα παιδιά τους?”

-Ο ΤΡΥΓΟΣ τέλειωσε! Το πως θα βγάλουν αυτόν, τον σκληρό Χειμώνα οι αγρότες μας, απασχολεί τη Πολιτεία? Μετά την εξευτελιστική τιμή της, και τους αγρότες της απελπισμένους? Στό κοντινό χθές, η Κορινθία με τους Εξαγωγείς της, να ταξιδεύουν όλα τα προϊόντα της, στην Ευρώπη, γέμιζε τον κουρβανά της και την πλούταινε. Όμως αυτή η αχάριστη τους έριξε μέσα σε μιά νύχτα στα νύχια των ανελέητων Τραπεζών, για να κάνει το χατίρι των Δανιστών, δίχως περίσκεψη, με αποτέλεσμα, οι θαυμαστότερες, από τις διεθνείς αγορές, εξαγωγικές μονάδες, πεσμένες στο χώμα, αποτυπώματα, θλιβερά, μάρτυρες, της απόλυτης αδιαφορίας, για τον πρωτογενή τομέα της ανάλγητης Εξουσίας, που είναι και η αιτία που φτώχευσε η Πατρίδα μας, και που συνεχίζει, το καταστροφικό της έργο αυτό της απόλυτης αδιαφορίας.

-ΣΗΜΕΡΑ μόνο, στόν φτωχευμένο Έλληνα, ελπίζουν οι αγρότες μας, για να επιζήσουν οι Κορίνθιοι και όχι μόνο δουλευτές της γής για, να έχουν ψωμί στο τραπέζι τους, όχι πεντασπάνι… Περίλυπα, απλωμένα στους πάγκους των λαϊκών αγορών, και στα ράφια των μικρών, και μεγαλομάγαζων, τα σταφύλια μας, περιμένουν, [και από τον άλλο μήνα, τα χρυσά πορτοκάλια, μανταρίνια Λεμόνια, θα έχουν την ίδια τύχη] μη και απλώσει, η νοικοκυρά που μετράει ένα ένα τα ευρώ, και πάρει κανένα τσαμπί, που παρά την εξευτελιστική τιμή, θέλει, λαχταράει αλλά δεν το μπορεί……….

-Πρέπει να αναρωτηθούμε, λοιπόν κάποια στιγμή επιτέλους εμείς οι απλοί Έλληνες Πολίτες, “Δικαιούται να λέγεται Πατρίδα, ένας τόπος που δεν νοιάζεται για τους δουλευτές της γής που τη τρέφει, αλλά, και που δεν είναι ικανή να θρέψει, την πλειονότητα των παιδιών της?” Γιατί, κακά τα ψέματα αυτό βιώνουμε?

[Παυλίνα Μπεχράκη]
Εικαστικός, Συγγραφέας, Ποιήτρια

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.