18 Αυγούστου 1936: Εκτελέστηκε ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα

1535

Ο Φεδερίκο δελ Σαγράδο Κοραθόν ντε Χεσούς Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου 1898 στην κωμόπολη Φουέντε Βακέρος της Ανδαλουσίας. Ο πατέρας του Φεδερίκο Γκαρθία Ροδρίγκεθ ήταν μεγαλοαγρότης της περιοχής και η μητέρα του Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο δασκάλα. Και οι δυο γονείς του αγαπούσαν τη μουσική, που την εμφύσησαν και στο μεγαλύτερο από τα τέσσερα παιδιά τους. Ο πατέρας του έπαιζε κιθάρα και η μητέρα του πιάνο.

Σε ηλικία 10 ετών, η οικογένειά του μετοίκησε στην κοντινή πόλη της Γρανάδας, όπου ο Λόρκα παρακολούθησε μαθήματα σ’ ένα σχολείο Ιησουιτών. Με την πίεση του πατέρα του γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδα, την οποία τελείωσε ύστερα από εννέα χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης, καθώς τα ενδιαφέροντά του εστιάζονταν στη λογοτεχνία, τη ζωγραφική και τη μουσική.

Το 1919 εγκαταστάθηκε στη «Φοιτητική Κατοικία» του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης, που είχε γίνει το πολιτιστικό κέντρο της ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί δημιούργησε φιλίες με καλλιτέχνες και συγγραφείς της γενιάς του, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο ζωγράφος Σαλβαδόρ Νταλί, ο κινηματογραφιστής Λουίς Μπουνιουέλ και ο ποιητής Ραφαέλ Αλμπέρτι. Εκεί συνάντησε καθιερωμένες από παλαιότερα χρόνια προσωπικότητες, όπως τον ποιητή Χουάν Ραμόν Χιμένεθ.

Στα δύο πρώτα χρόνια της παραμονής του στη Φοιτητική Κατοικία, η ποίησή του έγινε γνωστή σε όλους τους λογοτεχνικούς κύκλους της Ισπανίας. Δύσκολα δεχόταν τη δημοσίευση κάθε έργου του. «Η ποίηση δημιουργείται για ν’ απαγγέλλεται», έλεγε, «σ’ ένα βιβλίο είναι νεκρή». Έτσι απήγγειλε την ποίηση και διάβαζε τα θεατρικά του έργα σαν μεσαιωνικός τροβαδούρος.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία του ήταν η συνεργασία του με τον διακεκριμένο συνθέτη Μανουέλ ντε Φάγια (ή Φάλια, όπως είναι γνωστός στην Ελλάδα) στο φεστιβάλ λαϊκής μουσικής της Γρανάδας το 1922. Στις παραδόσεις της λαϊκής και τσιγγάνικης μουσικής ο Λόρκα θεώρησε ότι βρήκε λύση στις μουσικές, ποιητικές και πνευματικές αναζητήσεις του. Το ποίημα «Romancero Gitano» («Τσιγγάνικο Ρομανθέρο» ή «Τσιγγάνικο Τραγουδιστάρι»), που γράφτηκε μεταξύ 1924 και 1927 και δημοσιεύτηκε το 1928, έμελλε να είναι η λυρική έκφραση αυτής της λύσης. Ο Λόρκα ήταν τώρα ο σπουδαιότερος ισπανός ποιητής και ηγετική προσωπικότητα της λεγόμενης «Γενιάς του ‘27».

Τη διετία 1929-1930, ο Λόρκα έζησε στη Νέα Υόρκη στη φοιτητική εστία του Πανεπιστημίου Κολούμπια. Μη μπορώντας να μιλήσει αγγλικά, υπέστη ένα πολιτιστικό σοκ, την κατάρρευση του προσωπικού του κόσμου, ενώ ήταν μάρτυρας του οικονομικού κραχ της Γουόλ Στριτ. Οι εμπειρίες του αυτές μετουσιώθηκαν στο ποιητικό του έργο «Ένας ποιητής στη Νέα Υόρκη» («Poeta en Nueva York»), που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, το 1940. Η φρίκη του ποιητή για ό,τι θεωρούσε ως θάνατο της ζωής ενός μηχανοποιημένου πολιτισμού μεταφέρεται με τον αντιστικτικό συνδυασμό βάναυσων και βασανιστικών εικόνων.

Tο 1931 ο Λόρκα επέστρεψε δια μέσου Κούβας στην Ισπανία, όπου συνέχισε να γράφει ποιήματα, αλλά και θεατρικά έργα. Εκφράζοντας το ενδιαφέρον του για το κουκλοθέατρο, που τον είχε συνεπάρει από τα παιδικά του χρόνια, έγραψε τα έργα «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα» («Los titeres de cachiporra», 1931), μία τραγικωμωδία γεμάτη φαρσικές καταστάσεις, και «Η μικρή παράσταση του Δον Κριστόμπαλ» («Retabillo de Don Christobal», 1931).

Η έλευση της Δημοκρατίας στην Ισπανία έστρεψε τον Λόρκα ολοκληρωτικά στο θέατρο. Ο υπουργός Παιδείας υποστήριξε τον σπουδαστικό θίασο «La Baracca» («Η Παράγκα»), που έδινε παραστάσεις, από το 1932 έως το 1935, παρουσιάζοντας αριστουργήματα του κλασικού θεάτρου σε εργάτες και χωρικούς. Ιδρυτής και καθοδηγητής του θιάσου ήταν ο Λόρκα, που ανέβασε έργα των Λόπε ντε Βέγα, Καλντερόν ντε λα Μπάρκα, ακόμη και Θερβάντες

Το 1933 άρχισε να παρουσιάζει τα τρία σπουδαιότερα και δημοφιλέστερα θεατρικά του έργα, μία τριλογία σύγχρονων τραγουδιών, με θέματα παρμένα από την καθημερινή ζωή. Το 1933 ανέβηκε ο «Ματωμένος Γάμος» («Bodas de sangre»), τον επόμενο χρόνο η «Γέρμα» («Yerma»), ενώ το 1936 έγραψε «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα («La casa de Bernarda Alba»), που ανέβηκε μετά το θάνατό του στο Μπουένος Άιρες. Το 1935 έγραψε το ποίημα «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας» («Llanto por Ignacio Sanchez Mejias»), στη μνήμη του φίλου του ταυρομάχου και διανοούμενου που σκοτώθηκε σε μια ταυρομαχία.

Τον Ιούλιο του 1936 εκδηλώθηκε η ανταρσία του στρατηγού Φράνκο κατά της δημοκρατικής κυβέρνησης της Μαδρίτης, η οποία πυροδότησε τον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο. Ο Λόρκα πήγε στη Γρανάδα για να βρει τους δικούς του. Στις 17 Αυγούστου 1936 συνελήφθη από τους οπαδούς (φαλαγγίτες) του Φράνκο και την επομένη εκτελέστηκε.

Ο τάφος του Λόρκα δεν βρέθηκε ποτέ και αποτελεί ένα μυστήριο μέχρι σήμερα. Πολλοί ερευνητές υποθέτουν ότι πρέπει να είναι θαμμένος στον τόπο της εκτέλεσής του στα περίχωρα της Γρανάδας. Οι μέχρι τώρα ανασκαφές δεν έχουν αποδώσει. Στα τέλη του 2008 ο γνωστός ισπανός δικαστής Μπαλτάθαρ Γκαρθόν άνοιξε το φάκελο Λόρκα και προχώρησε στις αναγκαίες ανακριτικές πράξεις για τη διαλεύκανση της δολοφονίας.

Άλλωστε έχουν αναπτυχθεί κατά καιρούς διάφορες θεωρίες για τα κίνητρα που όπλισαν το χέρι των εκτελεστών του. Η κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι ο Λόρκα δολοφονήθηκε από φαλαγγίτες του Φράνκο, που δεν του συγχώρησαν τη συμπόρευσή του με το κυβερνών Λαϊκό Μέτωπο (σοσιαλιστές, κομμουνιστές, αναρχικοί).

Στον αντίποδα, έχει διατυπωθεί η θεωρία ότι τα κίνητρα της εκτέλεσής του μπορεί να μην ήταν αμιγώς πολιτικά. Η δεδηλωμένη ομοφυλοφιλία του είχε ενοχλήσει πολλούς στη συντηρητική Ανδαλουσία και περισσότερο κάποιους συγγενείς του, που επιζητούσαν ένα τρόπο να ξεπλύνουν το οικογενειακό όνειδος. Όσοι ακολουθούν αυτή τη θεωρία στηρίζουν την άποψή τους και στο γεγονός ότι ο Λόρκα δεν είχε κομματικές συμπάθειες και διατηρούσε φιλίες με πρόσωπα και από τις δύο παρατάξεις, όπως με τον αρχηγό των φαλαγγιτών Χοσέ Αντόνιο Πρίμο ντε Ριβέρα, με τον οποίο συνήθιζε να γευματίζει κάθε Παρασκευή.

Το έργο του Λόρκα έχει μεγάλη απήχηση στη χώρα μας. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί από σπουδαίους ποιητές, όπως ο Οδυσσέας Ελύτης και ο Νίκος Γκάτσος και μελοποιηθεί από συνθέτες, όπως οι Μίκης Θεοδωράκης («Ρομανθέρο Χιτάνο»), Σταύρος Ξαρχάκος («Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας»), Μάνος Χατζιδάκις, Γιάννης Γλέζος, Χρήστος Λεοντής, Νίκος Μαμαγκάκης, Γιώργος Κουρουπός, Δημήτρης Μαραμής, Νίκος Κυπουργός, Τάσος Καρακατσάνης, Νότης Μαυρουδής και Γιάννης Αγγελάκας.

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.