Ερνέστος Τσίλλερ: Στο Βέλο το 1888 ο ναός της Αγίας Μαρίνας | 12 Νοεμβρίου 1923

786

Έφερε πρώτος στην Ελλάδα τον τεχνητό εξαερισμό και την κεντρική θέρμανση. Μεταμόρφωσε την Αθήνα του 19ου αιώνα από χωριό σε ευρωπαϊκή πόλη, προσδίδοντάς της την αρχιτεκτονική ταυτότητα και αισθητική που η πρωτεύουσα του νέου ελληνικού κράτους χρειαζόταν, συνδέοντάς την με το αρχαίο παρελθόν της. Αντικατέστησε τα παντζούρια με ρολά στα μαγαζιά της Αθήνας και κόσμησε τα κτίρια του με χυτοσιδηρά κιγκλιδώματα με σχέδια εμπνευσμένα από τη μυθολογία. Ο Ερνέστος Τσίλερ είναι ο πρώτος αρχιτέκτονας που χρησιμοποίησε σιδηρά υποστυλώματα στην οικοδομή.

Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία 24 ετών ώστε να επιβλέψει την ανέγερση της Ακαδημίας (σε σχέδια του Δανού εργοδότη του Θεόφιλου Χάνσεν), και πολύ γρήγορα κατάφερε να μπει στα αθηναϊκά σαλόνια και να γίνει ο αγαπημένος αρχιτέκτονας της αστικής τάξης. Με την υποστήριξή της, κατόρθωσε να δημιουργήσει έργα ανάλογης ποιότητας με εκείνα που χτίζονταν στην Βιέννη και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η εύνοια του βασιλέως και η ανάθεση σ΄ αυτόν της μελέτης των θερινών ανακτόρων στο Τατόι, στους Πεταλιούς και αργότερα του ανακτόρου του Διαδόχου προσελκύει όπως είναι φυσικό πλήθος μεγαλοαστών που του αναθέτουν τα μέγαρά τους ή τις εξοχικές τους επαύλεις.

Γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου 1837 στο Oberloessnitz της Σαξωνίας. Το 1855 γίνεται δεκτός στην Βασιλική Σχολή της Αρχιτεκτονικής του Πολυτεχνείου της Δρέσδης απ’ όπου αποφοιτά το 1858. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάζεται για ένα διάστημα στη Βιέννη στο γραφείο του Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν. Η γνωριμία μαζί του θα καθορίσει την καριέρα του. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1861, ο Τσίλλερ φθάνει στην Αθήνα ως εκπρόσωπος του Χάνσεν και αναλαμβάνει την επίβλεψη της κατασκευής της Ακαδημίας Αθηνών.

Γρήγορα εντάσσεται στην αθηναϊκή κοινωνία και εγκαθίσταται στην Ελλάδα. Παντρεύεται Ελληνίδα δημιουργεί οικογένεια και παραμένει στη χώρα μέχρι τον θάνατό του το Νοέμβριο του 1923. Στα πρώτα χρόνια της παραμονής του στη χώρα ο Τσίλλερ περιοδεύει την Ελλάδα για να γνωρίσει τους αρχαιολογικούς της θησαυρούς. Μετά την έξωση του Όθωνα τα έργα στην Ακαδημία διακόπτονται και ο Τσίλλερ θα επιστρέψει για ένα μικρό διάστημα στη Βιέννη.

Το 1868 επανέρχεται στην Ελλάδα και το 1872 διορίζεται καθηγητής στο Σχολείο των Τεχνών, τον πρόδρομο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Οι παραγγελίες έρχονται η μια μετά την άλλη. Ο Τσίλλερ έχει πια καθιερωθεί. Η εύνοια του βασιλέως και η ανάθεση σ΄ αυτόν της μελέτης των θερινών ανακτόρων στο Τατόι, στους Πεταλιούς και αργότερα του ανακτόρου του Διαδόχου προσελκύει όπως είναι φυσικό πλήθος μεγαλοαστών που του αναθέτουν τα μέγαρά τους ή τις εξοχικές τους επαύλεις. Παράλληλα σχεδιάζει σειρά δημοσίων και δημοτικών κτιρίων και ναών. Μικρό μόνο τμήμα της επαγγελματικής του δραστηριότητας αποτελούν το Εθνικό (Βασιλικό) Θέατρο της Αθήνας, τα θέατρα της Πάτρας και της Ζακύνθου (κατεδαφισμένο), το Μουσείο της Ολυμπίας, το Χημείο, η Αγορά του Πύργου, ο ναός του Αγίου Λουκά Πατησίων, ο Ναός της Φανερωμένης στο Αίγιο. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ακόμα δυνατή η πλήρης καταλογογράφηση του συνόλου του έργου του.

Ανεξάρτητα όμως από το πλήθος των κτιρίων που μελέτησε, τα οποία πρέπει να ξεπερνούν τα 600, ο Τσίλλερ αποτελεί για τη νεοελληνική αρχιτεκτονική ένα ιδιαίτερα σημαντικό κεφάλαιο. Το αρχιτεκτονικό του έργο, που εκτείνεται χρονικά στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, χαρακτηρίζεται από δημιουργική πνοή και από αίσθηση καλλιτεχνικής ελευθερίας. Αυτή η κλασικιστική στην αρχή αίσθηση θα σφραγίσει τη φάση του ώριμου αθηναϊκού νεοκλασικισμού για να προχωρήσει προς τον εκλεκτισμό και το ρομαντισμό κυρίως στις ιδιωτικές κατοικίες. Στην αρχιτεκτονική όμως των δημόσιων κτιρίων θα διατηρήσει το ελληνικό πνεύμα του κλασικισμού, ενώ αντίστοιχα στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική θα προσπαθήσει να διαφυλάξει τη βυζαντινή παράδοση.

Επισημοποίησε την σύνδεση της Αναγέννησης με την Αρχαιότητα, με διακριτές εκλεκτικιστικές τάσεις όπως την εφάρμοσε πρώτος ο δάσκαλός του. Η προσωπική συμβολή του Τσίλλερ συνίσταται στον συνδυασμό ελληνικών δομικών και διακοσμητικών στοιχείων με την αναγεννησιακή αρχιτεκτονική ώστε να εξυπηρετηθούν οι ιδεολογικές ανάγκες της τότε ελληνικής κοινωνίας.

Μερικά από τα έργα του:

Aκαδημία Aθηνών

Μέγαρο Μελά

Μέγαρο Ερρίκου Σλήμαν (Ιλίου Μέλαθρον) (1878-1881) (σήμερα στεγάζει το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών)

Το Ιλίου Μέλαθρον, γνωστό και ως Μέγαρο Σλήμαν είναι νεοκλασικό κτίριο στο κέντρο της Αθήνας, στην Πανεπιστημίου. Είναι δημιουργία του Τσίλλερ, ο οποίος το σχεδίασε το 1878, ως κατοικία του Ερρίκου Σλήμαν, του ερευνητή που ανακάλυψε τον θησαυρό της Τροίας. Η κατασκευή του περατώθηκε το 1881, και αποτέλεσε μια από τις πιο λαμπρές ιδιωτικές κατοικίες της τότε Αθήνας. Σήμερα στο Ιλίου Μέλαθρον στεγάζεται το Νομισματικό Μουσείο Αθηνών. Είναι το καλύτερο από τα έργα του Τσίλλερ, σε μορφολογία ιταλικής Αναγέννησης. Υπήρξε το πλουσιότερο ιδιωτικό κτίριο των Αθηνών, για την οικοδόμηση του οποίου δαπανήθηκε το καταπληκτικό για την εποχή εκείνη ποσό των 400.000 δραχμών, σύμφωνα με το βιβλίο του Κώστα Η. Μπίρη. Περιβάλλεται κατά τις τρεις όψεις του από κήπο, στη βόρεια πλευρά του έχει και την είσοδο. Τους δύο ορόφους της πρόσοψής του κοσμούν τοξοστοιχίες, σε μαρμάρινους ιωνικούς κίονες, ενώ στο στηθαίο της επίστεψης υπήρχαν πήλινα αγάλματα αρχαίων θεών τα οποία μεταφέρθηκαν από την Ιταλία. Στην προμετωπίδα της πρόσοψης είχε γραφεί ο τίτλος “Ιλίου Μέλαθρον”. Τα δάπεδα των αιθουσών είναι μωσαϊκά, διακοσμημένα με παραστάσεις των ευρημάτων της Τροίας και των Μυκηνών. Ο ρυθμός που δημιούργησε ο Τσίλλερ μπορεί να χαρακτηριστεί ως ώριμος νεοελληνικός νεοκλασικισμός. Το δημιούργημά του μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπόδειγμα οικοδομικής τελειότητας με δυναμικές αναλογίες και επιμελημένο διάκοσμο.

Η επιφάνεια του όγκου διαρθρώθηκε με βάση την κλασικιστική αρχή της οριζοντιότητας χωρίζοντας το κτίσμα σε βάση, κορμό και στέψη. Στην κύρια πρόσοψη, επί της οδού Πανεπιστημίου, δεσπόζει η διώροφη τοξωτή λότζια (loggia) με τους μαρμάρινους κίονες. Συμμετρικά ως προς την loggia τοποθετούνται πορτοπαράθυρα με ευθύγραμμα γείσα και ψευδοεξώστες στον πρώτο όροφο, ενώ στον δεύτερο όροφο τριγωνικά αετώματα και κανονικούς εξώστες στηριζόμενους σε μαρμάρινα φουρούσια. Στις πλαϊνές όψεις τοποθετούνται εξώστες αξονικά στην επιφάνεια σαν μοναδικές προεξοχές του όγκου. Εκτός από τους εξώστες, προεξέχουν και οι διακοσμητικές παραστάδες με τα ιωνικά επίκρανα. Στη βορειοδυτική όψη του κτίσματος, βρίσκεται η είσοδος μέσω μεγαλόπρεπης διπλής μαρμάρινης σκάλας, η οποία οδηγεί στον πρώτο όροφο, όπως ήταν και η επιθυμία του ιδιοκτήτη. Τέλος, το κτίριο επιστέφεται από ταράτσα με στηθαίο διακοσμημένο με μπαλουστράδα. Περιμετρικά του στηθαίου ήταν τοποθετημένα υπερφυσικού μεγέθους αγάλματα. Πλήθος καινοτομιών για την εποχή εφαρμόστηκαν στο Ιλίου Μέλαθρον: εξασφάλιση από πυρκαγιά, σύστημα εξαερισμού που υπήρχε σε όλους τους χώρους των ορόφων, πρωτοποριακά ρολά στις πόρτες και τα παράθυρα, εγκατάσταση φωταερίου σε όλα τα δωμάτια και περίπλοκο σύστημα θέρμανσης, με αεραγωγούς που κατέληγαν στα δάπεδα των δωματίων. Αξίζει να επισημανθούν οι χειροποίητες σιδεριές στη περίφραξη του κτιρίου. Είναι κατασκευασμένες βάσει σχεδίων του Τσίλλερ από Έλληνες σιδεράδες της «Σχολής βιομηχανικών Τεχνών».

Μουσείο Ολυμπίας

Εθνικό θέατρο

Βασιλικό Θέατρο (σήμερα Εθνικό Θέατρο) (1895-1901)

Το 1887 ο Στέφανος Ράλλης του ομώνυμου μεγάλου εμπορικού οίκου του Λονδίνου, δώρησε στον βασιλιά Γεώργιο Α’ 1.000.000 δραχμές. Ο Γεώργιος αποφάσισε να κτίσει βασιλικό θέατρο. Αγόρασε λοιπόν από τον οικονομικό του σύμβουλο Νιοκόλαο Θων ένα οικόπεδο στην Αγίου Κωνσταντίνου και ανέθεσε στον Τσίλλερ να συντάξει το σχέδιο, με πρότυπο το Θέατρο Ντάγκμαρ της Κοπεγχάγης, του οποίου χαρακτηριστικό είναι ότι στο πίσω μέρος της αίθουσας, αντί θεωρείων είχε εξώστη. Ο Τσίλλερ μελέτησε το σχέδιο εφ’ ολοκλήρου του πλάτους του οικοδομικού τετραγώνου, με την πρόβλεψη ότι αργότερα θα αγοραζόταν και η παρά την οδό Μενάνδρου ιδιοκτησία και θα ολοκληρωνόταν η διάταξη του θεάτρου κατά την τρίτη πλευρά. Συνέθεσε την αρχιτεκτονική του κτιρίου στη μορφολογία της ιταλικής Αναγέννησης. Στο εσωτερικό μιμήθηκε τη διακοσμητική διάταξη του Λαϊκού Θεάτρου της Βιέννης.

Η οικοδόμηση άρχισε το 1895, διεκόπη δύο χρόνια μετά λόγω του πολέμου, κυρίως όμως γιατί δεν ήταν αρκετά τα χρήματα αφού το μισό ποσό της δωρεάς του Ράλλη είχε λάβει ο Θων. Το 1898 ο Γεώργιος απευθύνθηκε σε άλλους ομογενείς του Λονδίνου, τον Κοργιαλένιο και τον Ευγενίδη, που προσέφεραν 500.000 δρχ. Με τα χρήματα αυτά και με τις χορηγίες από το δημόσιο ταμείο κατορθώθηκε να αποπερατωθεί το κτίριο το φθινόπωρο του 1901. Μηχανικοί από τη Βιέννη έφτιαξαν τις εγκαταστάσεις της σκηνής, της θέρμανσης και του φωτισμού. Ο Τσίλλερ, εμπνεόμενος από τον αναγεννησιακό ρυθμό, σχεδίασε την πρόσοψη έχοντας ως πρότυπο τη βιβλιοθήκη του Αδριανού. Το κεντρικό της τμήμα είναι εξαιρετικά πλούσιο σε διακοσμητικά στοιχεία, με κιονοστοιχία κορινθιακού ρυθμού ενώ τα δύο πλευρικά τμήματα αποτελούν μία τυπική νεοκλασική σύνθεση. Έδωσε έντονη προεξοχή στους στυλοβάτες των κιόνων της πρόσοψης, διακόπτοντας έτσι τη συνέχεια των βαθμίδων και την εντύπωση της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς. Το Θέατρο έκλεισε το 1908 και δόθηκε σε κοινή χρήση έως το 1932. Το 1924 μετονομάστηκε σε Εθνικό Θέατρο.

Προεδρικό Μέγαρο (Ανάκτορο του Διαδόχου – 1891-1897)

Το 1868, με αφορμή τη γέννηση του διαδόχου Κωνσταντίνου, γιου του Βασιλιά Γεωργίου Α΄, αποφασίστηκε να κατασκευαστεί ένα ξεχωριστό ανάκτορο διαδόχου. Είκοσι χρόνια αργότερα το κράτος ανέθεσε την κατασκευή του στον Ερνέστο Τσίλλερ μετά τους γάμους του Κωνσταντίνου με την πριγκίπισσα Σοφία της Πρωσίας, το 1889. Σύμφωνα με το βιβλίο “Αι Αθήναι 1830-1966” του Κώστα Η Μπίρη, το ζεύγος εγκαταστάθηκε προσωρινά στο νεόκτιστο τότε μέγαρο Νεγρεπόντη επί της γωνίας της λεωφόρου Αμαλίας και της πλατείας Συντάγματος. Συγχρόνως ανατέθηκε στον Τσίλλερ να εκπονήσει σχέδιο για το οριστικό ανάκτορο του διαδόχου, επί του χώρου ο οποίος χρησίμευε ως τότε ως λαχανόκηπος του βασιλικού ανακτόρου. Κατ’ απαίτηση της πριγκίπισσας Σοφίας, ο Τσιλλέρ έδωσε στην εσωτερική διαρρύθμιση του κτιρίου χαρακτήρα μάλλον ιδιωτικού μεγάρου χωρίς την τυπικότητα η οποία θα επικρατούσε στη διαρρύθμιση βασιλικού κτιρίου. Ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου, εφάρμοσε απλοποιημένη τη μορφολογία των σχεδίων του Χάνσεν για το ματαιωθέν θερινό ανάκτορο. Οι εργασίες ξεκίνησαν το 1891 και ολοκληρώθηκαν έξι χρόνια αργότερα, το 1897.

Ο Τσίλλερ ακολούθησε συνολικά την εντολή της πριγκίπισσας Σοφίας όμως το αποτέλεσμα υπήρξε πενιχρό από αρχιτεκτονικής απόψεως. Η πριγκίπισσα κατά την αποπεράτωση εύρισκε την αίθουσα χορού ανεπαρκή στην έκταση και αποφασίστηκε η προσθήκη μιας μεγάλης αίθουσας, σε μονώροφη πτέρυγα κατ’ επέκταση του κυρίου σώματος του κτιρίου προς βορρά. Το Μέγαρο είναι ένα νεοκλασικό τριώροφο κτίριο, με λιτή και αυστηρή πρόσοψη. Η είσοδος του κτιρίου φέρει πρόστυλο με κίονες ιωνικού ρυθμού και ένα μικρό κλιμακοστάσιο. Το Μέγαρο φέρει διπλή σειρά από εννέα παράθυρα, το καθένα από τα οποία στέφεται από μικρό αέτωμα. Ο Τσίλλερ επέλεξε να πλατύνει τη ζωφόρο περισσότερου του συνηθισμένου. Χαρακτηριστικά της, οι γύψινες διακοσμητικές μετόπες εναλλασσόμενες με δίδυμα ανοίγματα. Με αυτόν τον τρόπο εξασφάλισε περισσότερο φυσικό φωτισμό στον τρίτο όροφο αλλά και χώρο για τα μονογράμματα του βασιλικού ζεύγους, «Κ» για τον Κωνσταντίνο και «Σ» για τη Σοφία. Αγάλματα υπήρχαν στους γωνιακούς πεσσούς του στηθαίου, η τύχη τους όμως αγνοείται – λέγεται ότι αφαιρέθηκαν τη δεκαετία του ’40 ή ’50. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1909, πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος των παλαιών ανακτόρων που διέμενε ο Γεώργιος Α΄, δηλαδή της σημερινής Βουλής και έτσι το κτίριο χρησιμοποιήθηκε περιστασιακά ως τόπος κατοικίας από τη βασιλική οικογένεια. Επίσημη βασιλική κατοικία έγινε μόλις το 1913 μετά τη δολοφονία του Γεωργίου Α΄ και την άνοδο του Κωνσταντίνου στον θρόνο. Το 1924 το ανάκτορο έπαψε να φιλοξενεί προσωρινά τη βασιλική οικογένεια μετά την διακήρυξη της δημοκρατίας. Χρησιμοποιήθηκε ως Προεδρικό Μέγαρο έως το 1935, όπου έγινε η παλινόρθωση της μοναρχίας. Από το 1974 με τη μεταπολίτευση, το κτίριο χρησιμοποιείται ως έδρα της Προεδρίας της Δημοκρατίας και κατοικία του εκάστοτε Προέδρου.

Πάτρα

Δημοτικό Θέατρο Πατρών «Απόλλων» (1871-1872)

Κτήριο Εμπορικού Συλλόγου

Μητροπολιτικός Ναός Ευαγγελιστρίας

Ζάκυνθος

Δημοτικό Θέατρο «Φώσκολος» (1870-1875) (καταστράφηκε από τους σεισμούς της 12ης Αυγούστου 1953)

Έπαυλη Λουκά Καρρέρ στην τοποθεσία Παλιοκάντουνο (1870) (σώζεται μέχρι σήμερα με σοβαρές ζημιές μετά τους σεισμούς της 12ης Αυγούστου 1953)

Σύρος

Δημαρχείο Ερμούπολης Σύρου (1876-1891)

Τρίπολη

Παναρκαδικό Νοσοκομείο «Ευαγγελίστρια» (1895-1905) (σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης) θεωρείται πιθανό έργο του Τσίλλερ

Μήλος

Αρχαιολογικό Μουσείο Μήλου (1870)

Θεσσαλονίκη

Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη (1894) (σήμερα Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα)

Μητροπολιτικός Ναός Αγίου Γρηγορίου Παλαμά

Γύθειο

Το Παλαιό Παρθεναγωγείο Δημαρχείο Γυθείου

Βέλο

Ναός Αγίας Μαρίνης

Άργος

Δημοτική Αγορά Μέγαρο Κωνσταντοπούλου

Πηγή

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.